Επαναστατικό Κομμουνιστικό Μανιφέστο: IV. Η ηγεσία που έχουμε και η ηγεσία που χρειαζόμαστε

Η αστική τάξη, η οικονομική βάση της οποίας κλυδωνίζεται από την παρακμή του καπιταλισμού, περνά σαν οδοστρωτήρας πάνω από την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους λαούς με ένα κύμα από πακέτα λιτότητας, αυξήσεις φόρων, ξεζούμισμα τόκων και λεηλασία πρώτων υλών. Ταυτόχρονα, εδώ και μια δεκαετία αναλαμβάνει πλήθος στρατιωτικά εγχειρήματα με το πρόσχημα του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”, που στην πραγματικότητα δεν εξυπηρετεί παρά την επέκταση της γεωπολιτικής επιρροής και την αποικιακή λεηλασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι μάζες αντέδρασαν με σφοδρή αντίσταση Εκατομμύρια κατέβηκαν στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, όπως δείχνει το γεγονός ότι την 15η Φεβρουαρίου 2003 μόνο, 15-20 εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν σε πορεία σε όλο τον πλανήτη. Δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί καμιά σύνοδος κορυφής των ισχυρών χωρίς να γίνονται μαζικές αντι-κινητοποιήσεις. Στη νέα ιστορική περίοδο, η παγκόσμια ταξική πάλη πήρε νέες διαστάσεις. Η Αραβική επανάσταση έδιωξε αρκετούς δικτάτορες και ταρακούνησε μια ολόκληρη περιφέρεια. Στην Ελλάδα, μόνο μέσα στην διετία 2010/11 η εργατική τάξη κατέβηκε σε γενική απεργία πάνω από 12 φορές. Στο Λονδίνο και σε άλλες πόλεις τον Αύγουστο του 2011, πάνω από 30 000 νεολαίοι, μαύροι και μετανάστες πολέμησαν στους δρόμους ενάντια στην βρετανική αστυνομία για πέντε μέρες. Εκατομμύρια εργάτες πήραν μέρος σε γενικές απεργίες στην Ινδία, την Νότια Αφρική, την Τουρκία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία. Σε αμέτρητες χώρες στον κόσμο αγωνιστές καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους για να απαιτήσουν αληθινή δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Όμως οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να υιοθετούν το ένα μετά το άλλο δρακόντεια πακέτα λιτότητας. Οι καπιταλιστές εξακολουθούν να πετάνε στην ανεργία εκατομμύρια εργάτες και να κόβουν τους μισθούς. Οι τράπεζες εξακολουθούν να λυμαίνονται τις εργαζόμενες μάζες και τους καταπιεσμένους λαούς. Και οι Μεγάλες Δυνάμεις εξακολουθούν να εξαπολύουν πολέμους. 

Γιατί λοιπόν η αντίστασή μας δεν πέτυχε; Προφανώς δεν απέτυχε επειδή έλειπε στις μάζες η μαχητικότητα. Το πρόβλημα ήταν μάλλον ότι δεν υπήρχε κανένα επαναστατικό κόμμα στην πρωτοπορία των παραδοσιακών οργανώσεων και του νέου κινήματος. Αντίθετα, στην ηγεσία τους ήταν δυνάμεις που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να έρθουν σε ρήξη με την αστική τάξη πραγμάτων.

Το εργατικό κίνημα ελέγχεται από ρεφορμιστές γραφειοκράτες που με τις πολιτικές τους ξεπουλάνε και προδίδουν τον αγώνα των μαζών. Τα παραδοσιακά κόμματα της “Σοσιαλιστικής Διεθνούς” είναι συνήθως εντελώς γραφειοκρατικοποιημένα, είναι αστικά εργατικά κόμματα. (Στην λεγόμενη “Σοσιαλιστική Διεθνή” υπάρχουν επίσης πολλά ξεκάθαρα αστικά κόμματα σε ημιαποικιακές χώρες που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα τμημάτων της τάξης των καπιταλιστών). Αυτά τα αστικά εργατικά κόμματα εξακολουθούν να στηρίζονται σε ένα τμήμα της εργατικής τάξης ως κοινωνική τους βάση και να έχουν οργανωμένους συνδέσμους μ’ αυτό, κυρίως μέσω των συνδικάτων. Όμως η σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία είναι συνδεδεμένη μέσω αμέτρητων θέσεων και προνομίων με το αστικό κράτος και παλεύει διαρκώς για καπιταλιστικά κυβερνητικά αξιώματα. Αν η αστική τάξη τους το επιτρέψει, είναι παντελώς πρόθυμοι να επιβάλλουν ως κυβερνητικά κόμματα τα πιο βάναυσα μέτρα λιτότητας ενάντια στην εργατική τάξη (π.χ. το PSOE στην Ισπανια, το PS στην Πορτογαλία, το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα). Αν είναι στην αντιπολίτευση , επιδιώκουν να κάμψουν την αντίσταση και να κινούνται σε ασφαλείς ατραπούς. Η σοσιαλδημοκρατία είναι όργανο της αντεπανάστασης, ο λακές της αστικής τάξης μέσα στις τάξεις του εργατικού κινήματος. Η ύπαρξή τους τρέφεται από την έλλειψη επαναστατικού κόμματος που να μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική λύση στις μάζες . 

Με παρόμοιο τρόπο, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, άσχετα από το αν είναι επίσημα συνδεδεμένη με κάποιο κόμμα ή αν είναι επίσημα ανεξάρτητη, είναι στην καλύτερη περίπτωση απρόθυμη και λειτουργεί ως τροχοπέδη στην αντίσταση ενάντια στις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης εξαιτίας των στενών της διασυνδέσεων με το κράτος και το κεφάλαιο. Ασφαλώς η γραφειοκρατία δεν δαγκώνει το χέρι που την ταΐζει. Επομένως δεν έχει ίδιο συμφέρον να ξεκινήσει σοβαρή ταξική πάλη. Επιδιώκει μάλλον να εκμεταλλευτεί τους αγώνες των εργατών για να βελτιώσει την διαπραγματευτική της θέση με το κράτος και το κεφάλαιο και να τους ελέγξει γι’ αυτόν τον σκοπό. 

Τα σταλινικά και πρώην σταλινικά κόμματα μπορεί να διαφέρουν από τα σοσιαλδημοκρατικά τους δίδυμα στην ρητορική τους, δεν διαφέρουν όμως στην θεμελιώδη φύση της πολιτικής τους καθώς και στην φύση τους ως αστικά εργατικά κόμματα. Έχουν αποδείξει στο παρελθόν ότι είναι έτοιμα να αναλάβουν από κοινού την ευθύνη για τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τις καπιταλιστικές πολιτικές επίθεσης κατά των μαζών του μόχθου και αν χρειάζεται να τις επιβάλλουν με την βοήθεια της αστυνομίας. Αυτό έχει αποδειχτεί από την δεκαετή κυριαρχία του CPI (M) στην Δυτική Βεγγάλη(Ινδία), του SACP στη Νότια Αφρική που λειτουργεί εντός του ANC, ενώ ίδιες ενδείξεις βλέπουμε και στην περίπτωση της εμπλοκής του PCF στην γαλλική κυβέρνηση Ζοσπέν (1997-2002), του Rifondazione Comunistas στην ιταλική κυβέρνηση Πρόντι, του Αριστερού Κόμματος (Die Linke) και του PDSs στην κυβέρνηση του ομόσπονδου κρατίδιου του Βερολίνου ή του KKE στην κυβέρνηση συνασπισμού με την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ το 1990-91. 

Σε πολλές ημιαποικιακές χώρες, αστικές και μικροαστικές εθνικιστικές και λαϊκιστικές δυνάμεις έχουν ηγεμονική επίδραση στα κινήματα αντίστασης. Η καταπίεση και η εκμετάλλευση των χωρών αυτή από τον ιμπεριαλισμό και τα εγχώρια τσιράκια του συχνά προκαλούν ευρεία εναντίωση των μαζών και ενίοτε εκτοξεύουν τέτοια κόμματα στο προσκήνιο αυτής της αντίστασης. Ισλαμιστικά κινήματα όπως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, η Χεζμπολάχ στο Λίβανο ή η Χαμάς στην Παλαιστίνη είναι τέτοια παραδείγματα, όπως και οι Τίγρεις των Ταμίλ στη Σρι Λάνκα. Στο πλαίσιο της άγριας ταξικής πάλης, συμβαίνει επίσης αυτά τα κόμματα, σε αντίθεση με τις αρχικές τους προθέσεις, να αναγκάζονται να εθνικοποιήσουν ιμπεριαλιστικές εταιρίες και εγχώριες ιδιωτικές εταιρίες . (Για παράδειγμα τα Μπολιβαριανά κινήματα του Ούγκο Τσάβες στην Βενεζουέλα ή οι κυβερνήσεις της Βολιβίας και του Εκουαδόρ). 

Όμως μόλις κατακτήσουν την εξουσία αυτά τα μικροαστικά κινήματα εκφυλίζονται σε (κρατικό-)καπιταλιστικά κόμματα της κυρίαρχης τάξης, που καταπιέζει και αποκλείει την εργατική τάξη και την αγροτιά από την λήψη αποφάσεων. Η εξέλιξη πολλών πρώην κινημάτων αντίστασης το αποδεικνύει αδιάψευστα. (Για παράδειγμα το FLN στην Αλγερία, το ZANU-PF στη Ζιμπάμπουε, το FMLN και οι Σαντινίστας στην Κεντρική Αμερική, το κόμμα Μπάαθ και πολλά άλλα στρατιωτικά πραξικοπήματα στον Αραβικό κόσμο κλπ). Ο λόγος γι αυτό είναι ότι τα μικροαστικά κινήματα – όταν έλθουν στην εξουσία - από την ίδια την φύση τους γίνονται και είναι αναγκασμένα να γίνουν υπερασπιστές της αστικής πολιτικής τάξης πραγμάτων. 

Μια επικίνδυνη πρόσφατη εξέλιξη είναι η ανοιχτή ή σχεδόν ανοιχτή υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής δύναμης Κίνας από (μικρο-) αστικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως σοσιαλιστικές (Π.χ. πολλά σταλινικά κόμματα, ο Τσάβες και το Μπολιβαριανό κίνημα). Η εργατική τάξη δεν έχει το παραμικρό συμφέρον να υποστηρίξει μια μερίδα του μονοπωλιακού κεφαλαίου (πχ.την Κίνα και τους συμμάχους της) ενάντια σε μια άλλη (πχ τις ΗΠΑ). Η υποστήριξη τμημάτων του ρεφορμισμού στην αναδυόμενη Μεγάλη Δύναμη Κίνα δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά “σοσιαλιμπεριαλισμός”– δηλαδή μια ιμπεριαλιστική πολιτική που μεταμφιέζεται με κοινωνικό ή ακόμη και «σοσιαλιστικό» φρασεολόγιο. 

Στα δημοκρατικά κινήματα διαμαρτυρίας στον Δυτικό Κόσμο οι μικροαστικές δυνάμεις ασκούν επίσης σημαντική επίδραση με ρεφορμιστικές, πασιφιστικές και λαϊκίστικες ιδέες. Είναι η φύση των μικροαστών να προτιμούν την εξημέρωση του καπιταλισμού αντί για την καταστροφή του. Οι ιδέες τους σχετικά με την ρύθμιση των παντοδύναμων τραπεζών και εταιριών με καπιταλιστικούς νόμους και κοινοβούλια, το αφελές δόγμα του πασιφισμού και η αρχή της ομοφωνίας στην λήψη αποφάσεων κλπ είναι εκφράσεις της κυρίαρχης επίδρασης των αντιπροσώπων της φιλελεύθερης μεσαίας τάξης και ιντελιγκέντσιας (το στρώμα των αποκαλούμενων «διανοούμενων»)καθώς και της πολιτικής απειρίας των κινημάτων. 

Μαζί μ’ αυτό έρχονται οι αυταπάτες, που τρέφουν πολλοί αριστεροί ρεφορμιστές και κεντριστές για την πιθανότητα βαθιάς κοινωνικής αλλαγής μέσω μιας Συντακτικής Συνέλευσης ή οι αυταπάτες για την εγκαθίδρυση μιας “συμμετοχικής δημοκρατίας” στον καπιταλισμό, μέσω της οποίας υποτίθεται οι άνθρωποι θα έχουν λόγο (το PTστην Βραζιλία, το WSF/ ESF Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ), ή η ιδέα της μεταρρύθμισης και ελέγχου του αστικού κρατικού μηχανισμού μέσω συμβουλιακών- δημοκρατικών θεσμών. Η ιστορία έχει αποκαλύψει αυτές τις μικροαστικές θεωρίες “θεσμοποιημένης δυαδικής εξουσίας” και “ριζοσπαστικού εκδημοκρατισμού” χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου, ωςεπικίνδυνη ονειροπόληση. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποπροσανατολίσουν το προλεταριάτο και έτσι απλώς του έβαλαν εμπόδια και το αποδυνάμωσαν στον απελευθερωτικό του αγώνα. 

Οι διάφορες εκδοχές κεντρισμού συνήθως είναι ριζοσπαστικές στα λόγια αλλά στην πράξη ούτε μπορούν ούτε θέλουν να οικοδομήσουν ένα πραγματικό αντίπαλο δέος στην μικροαστική ηγεσία. Τα προγράμματα και οι πρακτικές του αντανακλούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αστικές προκαταλήψεις και προσαρμογή στην εργατική γραφειοκρατία (ηγέτες συνδικάτων, ρεφορμιστές, κλπ.). Ο κεντρισμός τελικά αντιπροσωπεύει μια αστική επίδραση στο εργατικό κίνημα που με τις διακυμάνσεις και την οπισθοχώρηση μπροστά σε μια συνεπή πορεία ταξικής πάλης καταλήγει να προδίδει το προλεταριάτο. Τέτοια παραδείγματα είναι μεταξύ άλλων: 

* Η ουτοπική, τυφλή απέναντι στην πραγματικότητα θεωρία της ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό. 

* Το ψέμα ότι η δημοκρατική επανάσταση μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς σοσιαλιστική επανάσταση και ότι αυτές οι δύο επαναστάσεις μπορούν να διαιρεθούν σε ξεχωριστά στάδια. 

* Η γελοία ελπίδα ότι είναι δυνατόν να μεταρρυθμιστούν οι μικροαστικές και αστικές δυνάμεις όπως η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, τα σοσιαλδημοκρατικά ή τα αστικά λαϊκίστικα κόμματα και να μετατραπούν σε συνεπείς σοσιαλιστικές δυνάμεις. Δηλαδή η ελπίδα ότι μπορούμε να τα μετατρέψουμε σε συνεπείς μαχητές για την απελευθέρωση- πράγμα που είναι τόσο ρεαλιστικό όσο και το να μετατρέψουμε μια τίγρη σε χορτοφάγο. 

* Η οπορτουνίστικη (προσαρμοζόμενη σε μη επαναστατικά κόμματα) θεωρία ουράς που υποστηρίζει ότι η “αντικειμενική διαδικασία” θα απαλλάξει τους επαναστάτες από την ευθύνη της πρωτοπορίας. Ιδιαίτερα την ευθύνη να χαράξουν τα απαραίτητα βήματα πάλης σε αγκιτάτσια και προπαγάνδα και να υπερασπιστούν ανοιχτά την ανάγκη αντικατάστασης της υπάρχουσας ηγεσίας από μια επαναστατική πρωτοπορία. Για παράδειγμα, την ανάγκη αντικατάστασης των σοσιαλδημοκρατικών προδοτικών κομμάτων από μπολσεβίκικα μαζικά κόμματα. 

Επομένως, ο κεντρισμός αποτυγχάνει σε κρίσιμες καταστάσεις όπου μεγιστοποιείται η πίεση της αστικής τάξης και της γραφειοκρατίας και είναι επιτακτική η ανάγκη ανοιχτού επαναστατικού αγώνα εναντίον τους. Για να αναφέρουμε μερικά μόνο πρόσφατα παραδείγματα: Η αδυναμία του γαλλικού NPA, κατά την διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων ενάντια στην μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού το φθινόπωρο του 2010, να προπαγανδίσει ανοιχτά την γενική απεργία διαρκείας και την αντικατάσταση της υπάρχουσας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τα όργανα της βάσης· η δειλή λιποταξία σχεδόν του συνόλου της αριστεράς κατά την εξέγερση των φτωχών στην Βρετανία· η προσαρμογή πολλών κεντριστών στον μικροαστικό πασιφισμό και την (αστική) δημοκρατία στην Αραβική επανάσταση και το Κίνημα Occupy ή το γλείψιμο του Μπολιβαριανισμού του Τσάβες από πολλές οργανώσεις. Επομένως ο κεντρισμός δεν είναι κάποια μορφή Μαρξισμού ούτε είναι κομμάτι της μαρξιστικής παράδοσης, αλλά αντίθετα τον αναθεωρεί και τον διαστρεβλώνει. Είναι ένα κίνημα που παλινδρομεί και προσαρμόζεται σε άλλες ταξικές δυνάμεις (μικροαστικές), το οποίο οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές πρέπει να αντιμετωπίσουν πολιτικά μ’ όλες του τις συνέπειες. Ο κεντρισμός δεν είναι πιο κοντά στους Μπολσεβίκους-Κομμουνιστές από οποιαδήποτε άλλη ξένη προς τις ταξικές προλεταριακές δυνάμεις. Όποιος μετέρχεται σκληρή γλώσσα αλλά δεν εφαρμόζει την κατάλληλη δράση όταν αυτό έχει σημασία, είναι εξίσου άχρηστος με κείνον που δεν ξεστομίζει βαριές λέξεις. Και είναι δική μας ευθύνη να διασφαλίσουμε ότι η τάξη μας δεν θα πληρώσει το τίμημα για αυτά που λένε τέτοιοι κεντριστές φανφαρολόγοι για να μην συρθούμε μαζί τους στην καταστροφή. 

Δεδομένης της αδυναμίας των επαναστατικών δυνάμεων, δεν αποτελεί έκπληξη ότι μια μερίδα των μαχητικών νεολαίων, ακόμη και κάποιοι εργάτες στρέφονται στον αναρχισμό. Αυτή η εξέλιξη είναι η τιμωρία για την γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος και τις προδοσίες της ηγεσίας του στο παρελθόν. Ωστόσο, κάνουν λάθος αυτοί οι νέοι αγωνιστές που εμπλέκονται στις γραμμές του αναρχισμού. Κι αυτό γιατί χωρίς επαναστατικό (όχι γραφειοκρατικοποιημένο) κόμμα δεν είναι δυνατή η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Χωρίς να στραφούμε στην εργατική τάξη στις επιχειρήσεις, χωρίς τακτικές προς τις οργανώσεις του εργατικού κινήματος, η εργατική τάξη δεν μπορεί να κερδηθεί με την επανάσταση. Χωρίς μια πειθαρχημένη προσέγγιση στις διαδηλώσεις και στις μάχες στο δρόμο, μπορούν εύκολα να παρεισφρύσουν προβοκάτορες στις γραμμές των διαδηλωτών και να προβούν σε πράξεις που θα αποβούν εις βάρος της διαδήλωσης. Χωρίς την δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί να συντριβεί η αντεπανάσταση. Όχι η ατομική δράση αλλά η συλλογική, οργανωμένη εξεγέρση υπό την ξεκάθαρη καθοδήγηση των πιο έμπειρων και συνεπών αγωνιστών μέσα από τις γραμμές της τάξης θα οδηγήσει την τάξη μας στην απελευθέρωση.

Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές λένε ότι η γραφειοκρατία και οι μικροαστοί δημοκράτες δεν μπορούν να οδηγήσουν την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους στην νίκη. Ακολουθούν μια πολιτική στο όνομα των μαζών όπου ένα διακριτό αποσπασμένο τμήμα (αντάρτικο, φωτισμένοι αξιωματούχοι, κλπ) δρα για τις μάζες και κείνες υποστηρίζουν αυτό το αποσπασμένο τμήμα, αντί να οργανώσουν τις μάζες ώστε να γίνουν οι ίδιες ο φορέας της μάχης. . 

Η πολιτική τους περιορίζεται στο να διώξουν την τάδε ή την δείνα ξένη δύναμη κατοχής, να εγκαθιδρύσουν μια πραγματική δημοκρατία χωρίς επανάσταση στις σχέσεις ιδιοκτησίας, απαλλοτρίωση αυτής ή της άλλης ομάδας κεφαλαιοκρατών. Όλα αυτά όμως είναι μια αυταπάτη. Αν δεν ανατρέψει κανείς την αστική τάξη στο σύνολό της και δεν τσακίσει τον κρατικό της μηχανισμό, αν δεν έρθει σε πλήρη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό, αν δεν συνδέσει την δημοκρατική επανάσταση με την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, τότε η επανάσταση θα μείνει ανολοκλήρωτη και στο τέλος θα εκφυλιστεί. Αν η επανάσταση δεν προχωρήσει μέχρι η εργατική τάξη να κατακτήσει την εξουσία, τότε αναπόφευκτα καταλήγει στην παλινόρθωση της κυριαρχίας των αστικών δυνάμεων, τότε λήγει με την αποτυχία όχι μόνο της σοσιαλιστικής αλλά και της δημοκρατικής επανάστασης.

Με λίγα λόγια, οι παρούσες κυρίαρχες δυνάμεις στα κινήματα αντίστασης δεν έχουν ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα για να καταλύσουν την εξουσία της τάξης των καπιταλιστών και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και να φέρουν το προλεταριάτο στην εξουσία. Όσο στην πρωτοπορία του αγώνα βρίσκονται τέτοιες δυνάμεις, θα χάνουμε.

Απευθύνουμε κάλεσμα στους αγωνιστές στα ρεφορμιστικά και κεντρίστικα κόμματα, στα δημοκρατικά κινήματα διαμαρτυρίας και στο στρατόπεδο του αναρχισμού: ο αγώνας για την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης και καταπίεσης απαιτεί την κατάργηση των τάξεων και του κράτους. Αυτό είναι δυνατόν μόνο στη βάση κομμουνιστικού προγράμματος και μέσα στις γραμμές ενός πραγματικού επαναστατικού κόμματος μάχης της εργατικής τάξης. Ελάτε μαζί μας! 

Το επαναστατικό κόμμα μάχης βασίζεται σε μια επιστημονική ανάλυση των συνθηκών της ταξικής πάλης και σε ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Οργανώνει τους πολιτικά συνειδητοποιημένους, μαχητικούς πρωτοπόρους του προλεταριάτου και όλων των καταπιεσμένων και κηρύσσει ανοιχτό πόλεμο ενάντια στις γραφειοκρατίες που επικρατούν ακόμη στο εργατικό κίνημα. Βασίζεται στην αρχή του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού – που σημαίνει δημοκρατική λήψη αποφάσεων μέσα στο κόμμα, συλλογική εφαρμογή αυτών των αποφάσεων και υπεράσπισή τους έξω από το κόμμα. 

Το επαναστατικό κόμμα μπορεί να παίξει στ’ αλήθεια το ρόλο ενός οργάνου που πολεμάει την εκμετάλλευση και την καταπίεση μόνο αν έχει γερές βάσεις στην εργατική τάξη, αν οργανώνει την πρωτοπορία της (τα πιο μαχητικά και προοδευτικά στοιχεία της) και αν συμπεριλαμβάνει επίσης τα καταπιεσμένα στρώματα. Επομένως, η οργάνωση γυναικών, μειονοτήτων, νεολαίων κλπ παίζει κεντρικό ρόλο. 

Ένα τέτοιο κόμμα δεν υπάρχει σήμερα. Με την αυστηρή έννοια του όρου, η τάξη μας δεν έχει κόμμα της πρωτοπορίας από τα μισά του 20ου αιώνα. Σ’ αυτή την βαθιά κρίση ηγεσίας, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης να δωροδοκεί συστηματικά την εργατική γραφειοκρατία και την εργατική αριστοκρατία, η σημαντικότερη αιτία εντοπίζεται στην τρομερή αστικοποίηση του εργατικού κινήματος και την από- επαναστατικοποίηση του Μαρξισμού, όπως διαστρεβλώθηκε από τον αριστερό ρεφορμισμό, τον κεντρισμό και τους αριστερούς ακαδημαϊκούς κατά τις τελευταίες δεκαετίες. 

Το άμεσο και πιο επιτακτικό καθήκον επομένως είναι η δημιουργία μιας μπολσεβίκικης προκομματικής οργάνωσης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, από την οποία θα μπορεί να αναπτυχθεί ένα τέτοιο κόμμα. Αυτές οι προκομματικές οργανώσεις έχουν το καθήκον να συγκεντρώσουν πολλούς αγωνιστές στη βάση του επαναστατικού προγράμματος με τη συμμετοχή στην ταξική πάλη και την επίμονη διάδοση των επαναστατικών ιδεών. Γι’ αυτόν τον σκοπό βασίζονται στο μοντέλο της μπολσεβίκικης οργάνωσης, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Έτσι προκύπτουν από τις γραμμές των μαχητών της τάξης, συλλέγουν εμπειρία και ενισχύουν την μαχητική δύναμη της εργατικής τάξης με απόλυτη πίστη στην επανάσταση. Η επαναστατική προκομματική οργάνωση από την αρχή φτιάχνει ταξικούς μαχητές που αντιμάχονται σκληρά, λυσσαλέα και χωρίς να κάνουν βήμα πίσω τις μη προλεταριακές δυνάμεις, όσο “αριστερές” κι αν αυτοπαρουσιάζονται. Αντίστοιχα, είναι καθήκον της Μπολσεβίκικης προκομματικής οργάνωσης να στρατολογεί πρωταρχικά από τα πιο εξελιγμένα και πιο μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης. Σαν αθλητής στίβου που προετοιμάζει με κάθε τρόπο την προπόνησή του πολύ καιρό πριν τον αγώνα, η οργάνωσή μας παλεύει να προετοιμάσει την επανάσταση με τόσες κακουχίες και θυσίες που πρέπει να γίνουν, όσες θα απαιτήσει η ίδια η επανάσταση από μας.

Ένα σημαντικό εργαλείο για το ξεπέρασμα της κρίσης ηγεσίας της εργατικής τάξης είναι η Μαρξιστική τακτική του ενιαίου μετώπου. Οι επαναστάτες τάσσονται υπέρ της μέγιστης δυνατής ενότητας του προλεταριάτου στον αγώνα για τα δικαιώματά του. Λαμβάνουν επίσης υπόψη ότι σήμερα υπάρχουν ακόμη πολλοί εργάτες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ελπίζουν στις παραδοσιακές ηγεσίες. Αναγνωρίζουν ακόμη ότι η σάπια φύση αυτών των δυνάμεων μπορεί να εκτεθεί στις μάζες όχι μόνο με επαναστατική προπαγάνδα αλλά με την εμπειρία τους στην πράξη. Επομένως προτείνουν στις άλλες οργανώσεις του εργατικού κινήματος τον κοινό αγώνα για συγκεκριμένα αιτήματα. Ο κεντρικός στόχος είναι η μάχη δίπλα δίπλα με τους εργάτες που προς το παρόν ακόμη ακολουθούν τις μη επαναστατικές ηγεσίες. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δημιουργία κοινών ενιαιομετωπικών οργάνων στην βάση (επιτροπές δράσης στις επιχειρήσεις, στις γειτονιές και στα σχολεία, κοινές πολιτοφυλακές εργατών, κλπ.). Γι’ αυτόν τον σκοπό, απευθύνουν την πρόταση δημιουργίας ενιαίου μετώπου ιδίως στη βάση των μη επαναστατικών κομμάτων και οργανώσεων αλλά και στην επίσημη ηγεσία τους. Αυτή η τακτική μπορεί επίσης να συμπεριλαμβάνει κριτική εκλογική υποστήριξη σε μη επαναστατικές δυνάμεις. Ο κοινός αγώνας δεν πρέπει ποτέ να οδηγεί τους επαναστάτες στο να παραιτούνται από την απαραίτητη κριτική της ανεπαρκούς πολιτικής των μικροαστικών ηγεσιών και ιδιαίτερα την οξύτατη κριτική όταν προδίδουν έναν αγώνα. Αντίθετα, η τακτική του ενιαίου μετώπου για τους Μπολσεβίκους- Κομμουνιστές νομιμοποιείται μόνο με τον όρο ότι συνδυάζεται με την ετοιμότητα να εκθέσουν αμέσως χωρίς κανένα φόβο την προδοσία της ψευδο-ηγεσίας. Μόνο με την εφαρμογή μιας τέτοιας ενιαιομετωπικής τακτικής θα μπορέσουν τελικά οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές να αποσπάσουν μεγάλα μέρη της εργατικής τάξης που σήμερα παραμένουν κάτω από την ρεφορμιστική ηγεσία της γραφειοκρατίας και να τους κερδίσουν με μια επαναστατική προοπτική πετυχημένα. 

Η εφαρμογή μιας ενιαιομετωπικής τακτικής βασισμένης σε αρχές εν τούτοις ευέλικτης είναι σημαντική και επειδή η όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών προχωρά πιο γρήγορα από την επαναστατική οργάνωση του προλεταριάτου. Επομένως είναι αρκετά πιθανό οι ανοδικές καμπές της ταξικής πάλης να βρουν την συνείδηση των μαζών να εκφράζεται μέσω νέων ρεφορμιστικών ή κεντρίστικων μορφωμάτων. Τέτοια παραδείγματα είναι η ίδρυση του NPA στην Γαλλία ή οι σοσιαλιστικές πρωτοβουλίες στην Αίγυπτο. Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές υπερασπίζονται την ενεργή συμμετοχή σε τέτοιες πρωτοβουλίες στο βαθμό που εκφράζουν μια πολιτική διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης ενός μέρους της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, τέτοιες μη επαναστατικές οργανώσεις δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως πολιτική λύση. Αντίθετα, χρειάζεται να υποστηρίζουμε ανοιχτά τον επαναστατικό προσανατολισμό και να προειδοποιούμε ότι τέτοιες πρωτοβουλίες αναπόφευκτα καταλήγουν σε αδιέξοδο αν δεν υπάρχουν πάνω σε επαναστατική βάση. (Βλέπε για παράδειγμα την θλιβερή μοίρα του NPA) Αυτό αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε ρήξη με μέρη ενός τέτοιου σχεδίου. Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές δεν φοβούνται τέτοιες ρήξεις, επειδή θεωρούν ως τελικό στόχο την ενδυνάμωση της μαχητικής δύναμης του προλεταριάτου και γνωρίζουν ότι αυτό συνδέεται επίσης με διασπάσεις με πρώην συναγωνιστές. Σε χώρες όπου δεν υπάρχει κόμμα της εργατικής τάξης, ούτε καν ρεφορμιστικό (όπως για παράδειγμα σε ημιαποικιακές πολλές χώρες ή στις ΗΠΑ), οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές υπερασπίζονται την δημιουργία ενός ανεξάρτητου κόμματος εργατών. Μια παρόμοια τακτική μπορεί να νομιμοποιείται σε περιπτώσεις που προοδευτικά κομμάτια της εργατικής τάξης γυρνούν την πλάτη στα καθιερωμένα αστικά εργατικά κόμματα και ψάχνουν πολιτική εναλλακτική. Στρεφόμαστε στα μαχητικά σωματεία, στα κινήματα για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, στις πολιτικές οργανώσεις και σε όλους τους εργάτες και τους καταπιεσμένους που ψάχνουν εναλλακτική στο ρεφορμισμό και τους καλούμε να ιδρύσουν νέα κόμματα της εργατικής τάξης. Επίσης τους καλούμε να έρθουν μαζί μας στο χτίσιμο της Πέμπτης Διεθνούς των Εργατών. 

Πολεμάμε για μια Πέμπτη Διεθνή με επαναστατικό και προλεταριακό χαρακτήρα. Επομένως, εξαρχής επιχειρηματολογούμε υπέρ ενός επαναστατικού προγράμματος. Σε αντίθεση με το IMT, το CWI και την Τέταρτη Διεθνή, απορρίπτουμε το μοντέλο σταδίων για μια νέα Διεθνή, που κατά την γνώμη τους θα’ πρεπε να δημιουργηθεί αρχικά σε αριστερή- ρεφορμιστική, έπειτα σε κεντρίστικη και στην συνέχεια σε κάποιο σημείο σε επαναστατική βάση.

Ασφαλώς έχουμε επίγνωση ότι ένα τέτοιο εθνικό κόμμα ή η Πέμπτη Διεθνής, στις παρούσες συνθήκες θα είχαν έναν αντιφατικό ταξικό χαρακτήρα, αφού θα συμπεριλάμβαναν όχι μόνο επαναστατικές αλλά και ρεφορμιστικές και κεντρίστικες δυνάμεις. Θα ήταν μια Διεθνής, οι ηγέτες της οποίας θα αποτύγχαναν σε μια σειρά από ταξικούς αγώνες ή ακόμα θα στέκονταν απέναντι από τους εργάτες από την άλλη μεριά του οδοφράγματος. 

Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές σε αυτήν την περίπτωση θα αναλάμβαναν εξαρχής τον ρόλο μιας επαναστατικής αντιπολιτευτικής παράταξης και επομένως θα έπρεπε να δώσουν σκληρή μάχη μέσα σε τέτοια κόμματα ή στην Πέμπτη Διεθνή ενάντια σε μια ρεφορμιστική, κεντρίστικη ή λαϊκίστικη ηγεσία. Σκοπός τους θα ήταν να κερδίσουν αυτά τα κόμματα με ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Φυσικά, αυτό πρέπει να γίνει με παιδαγωγικό τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις αυταπάτες πολλών εργατών, για να αποφύγουν μια αχρείαστη απομόνωση ήδη από την πρώτη στιγμή. Ο σκοπός είναι να συσπειρώσουν τις δυνάμεις της αριστερής πτέρυγας, εργάτες και νεολαίους που ριζοσπαστικοποιήθηκαν πρόσφατα και να τους οδηγήσουν προς τα αριστερά σε ένα επαναστατικό δρόμο. Ενώ οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές διατηρούν ανεξάρτητο χαρακτήρα ως οργάνωση με το δικό τους πρόγραμμα, πρέπει επίσης να προσπαθήσουν να συμπεριλάβουν ευρύτερες δυνάμεις στην αντιπολίτευση σε μια πιθανή ρεφορμιστική ηγεσία. Ο σκοπός, τελικά, είναι να χτιστεί η Πέμπτη Διεθνής, η οποία θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και επομένως δεν θα υπάρχει εκεί χώρος για δυνάμεις που θα υπηρετούν τον ταξικό εχθρό στον απελευθερωτικό αγώνα.

Επί του παρόντος, βρισκόμαστε σε μια ανοδική φάση της επαναστατικής περιόδου. Για πόσο θα συνεχιστεί αυτό, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που θα αποφασιστούν στην ίδια την μάχη. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ακριβώς λόγω της απουσίας επαναστατικού κόμματος της πρωτοπορίας, η εργατική τάξη θα βιώσει σχεδόν αναπόφευκτα αρκετά εμπόδια και πρέπει να προετοιμαστούμε σ’ αυτή την ιστορική περίοδο για αγώνα μεγαλύτερης διάρκειας με επαναστατικές καμπές ανόδου αλλά και καθόδου και με ορμητικές αντεπιθέσεις της αντεπανάστασης. 

Ωστόσο, εξαιτίας ιστορικών εμπειριών, αυτό που λέμε είναι το εξής: η έγκαιρη δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος μάχης είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που θα καθορίσει την μοίρα της επανάστασης και την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων. Μόνο όταν η εργατική τάξη έχει επικεφαλής ένα κόμμα πρωτοπορίας, που συνειδητά παίρνει τα μαθήματα από επαναστάσεις και ήττες του παρελθόντος και εφαρμόζει την στρατηγική της διαρκούς επανάστασης στην πράξη, τότε μόνο μπορεί να πάρει την εξουσία και να την υπερασπιστεί ενάντια στην αστική αντεπανάσταση και τις ιμπεριαλιστικές απειλές. 

Στην ιστορία της σύγχρονης ταξικής πάλης, οι ταξικά συνειδητοποιημένοι εργάτες δημιούργησαν μια Διεθνή, ένα επαναστατικό παγκόσμιο κόμμα, τέσσερις φορές: Η πρώτη Διεθνής του Μαρξ και Ένγκελς το 1864-1876· η δεύτερη Διεθνής, που ιδρύθηκε το 1889 και το 1914 έγινε μια δύναμη ανοιχτά υπέρμαχη του καπιταλισμού υποστηρίζοντας τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· η Τρίτη Διεθνής που ιδρύθηκε το 1919 υπό την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι και η οποία έπεσε θύμα της σταλινικής γραφειοκρατίας και εκφυλίστηκε από το 1924 και μετά· και τέλος, η Τέταρτη Διεθνής που προέκυψε από τον αγώνα της Αριστερής Αντιπολίτευσης του Τρότσκι ενάντια στον κεντρισμό και τον ρεφορμισμό, η οποία, αποδυναμωμένη από τις διώξεις του φασισμού και του σταλινισμού, απέτυχε στις προκλήσεις της μεταπολεμικής περιόδου και έπαψε να υφίσταται ως επαναστατική Διεθνής το 1948-51. 

Σήμερα είμαστε αντιμέτωποι με το καθήκον να χτίσουμε ένα παγκόσμιο κόμμα σοσιαλιστικής επανάστασης για Πέμπτη φορά για να ξεμπερδεύουμε με τον καπιταλισμό μια και καλή. Γι’ αυτό τον λόγο, το RCIT τάσσεται υπέρ της δημιουργίας της επαναστατικής Πέμπτης Διεθνούς των εργατών.

 

Η πάλη για τα συνδικάτα

Τα συνδικάτα είναι θα παραμείνουν μια από τις πιο σημαντικές μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης στον αγώνα ενάντια στις επιθέσεις των καπιταλιστών. Αυτό ισχύει παρά το γεγονός ότι τα συνδικάτα έχουν σε μεγάλο βαθμό χάσει μέλη διεθνώς. Το μέσο ποσοστό των μισθωτών που είναι μέλη συνδικάτων μειώθηκε στις βιομηχανοποιημένες χώρες (ΟΟΣΑ) κατά την περίοδο 1978 - 2010 από 34% σε 18.1%. Αυτή η γενική μείωση των συνδικάτων δεν συνέβη μόνο στις “γηραιές” καπιταλιστικές χώρες στην Ευρώπη, την Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία αλλά και σε πολλές αναδυόμενες βιομηχανοποιημένες ημιαποικίες. 

Η βασική αιτία αυτού δεν έγκειται σε αντικειμενικές εξελίξεις. Η εργατική τάξη και τα βιομηχανικά στρώματα που αποτελούν τον πυρήνα της δεν μειώνονται παγκοσμίως αλλά, αντίθετα μεγαλώνουν. Κατά παρόμοιο τρόπο, είναι μύθος ότι το προλεταριάτο απασχολείται σε όλο και λιγότερες μεγάλες επιχειρήσεις ενώ αυξάνεται η απασχόλησή του στις μικρότερες επιχειρήσεις. Ακόμα λιγότερο ισχύει ότι οι εργάτες έχουν χάσει το πνεύμα αντίστασης. Τα πολυάριθμα κινήματα διαμαρτυρίας ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, τον πόλεμο και την κρίση από τις αρχές της δεκαετίας 2000 μέχρι σήμερα, η Αραβική επανάσταση, η εξέγερση των φτωχών του Αυγούστου στην Βρετανία το 2011 και η ραγδαία ανοδική καμπύλη των απεργιών στα εργοστάσια της Κίνας- όλα αυτά είναι επαρκείς αποδείξεις για το πόσο ευρύ και βαθιά ριζωμένο είναι το μίσος για τους κυρίαρχους. 

Όχι, η πραγματική αιτία αυτής της μείωσης εντοπίζεται στην πλήρη χρεοκοπία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Η γραφειοκρατία αυτή είναι μια αποκομμένη κάστα που παλεύει για θέσεις και προνόμια, ένα στρώμα αποσυνδεδεμένο από την υπόλοιπη κοινωνία. Ο σκοπός της είναι να διατηρήσει και να επεκτείνει το μερίδιο της από την καπιταλιστική ποτίστρα. Έχοντας αυτόν τον στόχο, προσδένεται στον αστικό κρατικό μηχανισμό και συχνά συγχωνεύεται σ’ αυτόν. Με παρόμοιο τρόπο, πρέπει να βρουν ένα συμβιβασμό με τους καπιταλιστές και επομένως ενδίδουν σ’ αυτήν την πίεση και προσαρμόζονται. 

Ωστόσο, εκτίθεται και σε μια άλλη πίεση – την πίεση της βάσης. Αν η γραφειοκρατία δεν βρει τρόπο να καταστείλει αυτήν την πίεση, τότε αναγκάζεται να αναλάβει δράση και να ηγηθεί απεργιών. Αλλά η γραφειοκρατία πάντα προσέχει να ελέγχει τα συνδικάτα και να περιορίζει και να καταστέλλει όσο είναι δυνατόν ανεξάρτητες πρωτοβουλίες από τα κάτω.

Επίσης, τα συνδικάτα σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται στα ανώτερα πιο καλοπληρωμένα τμήματα του προλεταριάτου, και πιο συγκεκριμένα στην εργατική αριστοκρατία. Η μεγάλη μάζα της τάξης μας και ιδιαίτερα τα χαμηλότερα στρώματα όμως λίγο πολύ ούτε οργανωμένα είναι ούτε εκπροσωπούνται από τα συνδικάτα. 

Ωστόσο, θα ήταν θεμελιώδες σφάλμα να εξάγει κανείς το συμπέρασμα ότι θα πρέπει να αγνοήσει τα υπάρχοντα συνδικάτα. Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές απορρίπτουν μια τέτοια ακροαριστερή ανοησία. Η γραφειοκρατία δεν πρόκειται να ηττηθεί με σεχταριστική απάθεια, με το να διαχωρίζει κανείς την θέση του από το συνδικάτο, αλλά με τον αγώνα για δημοκρατικά, μαχητικά συνδικάτα που θα είναι ανεξάρτητα από το κράτος και το κεφάλαιο. Αυτός ο αγώνας πρέπει να δίνεται όπου είναι δυνατόν μέσα στα συνδικάτα, άσχετα από τις αναπόφευκτες προσπάθειες της γραφειοκρατίας να καταδιώκει και να διώξει τους επαναστάτες. 

Κεντρικός άξονας της δουλειάς μέσα στα συνδικάτα είναι το χτίσιμο ενός κινήματος βάσης. Ένα τέτοιο κίνημα βάσης έχει σκοπό να απελευθερώσει το συνδικάτο από την εξάρτηση από το κράτος και το κεφάλαιο και να πετάξει την γραφειοκρατία έξω από το σωματείο. 

Ο αγώνας να χτιστεί ένα κίνημα βάσης, που αντιπροσωπεύει ένα ενιαίο μέτωπο με τους μη επαναστάτες εργάτες, δεν έρχεται σε αντίφαση με την απαραίτητη οικοδόμηση κομμουνιστικών παρατάξεων μέσα στο συνδικάτο. Αντίθετα, το καθήκον των κομμουνιστών είναι ακριβώς να αποκτήσουν πρόσβαση στους μη επαναστάτες εργάτες και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους. Η ενιαιομετωπική δουλειά στο κίνημα βάσης και στα σωματεία γενικά, επομένως συμβαδίζει με τον αγώνα να κερδίσουμε ευρύτερη υποστήριξη και τελικά, να πάρουμε με το μέρος μας το σωματείο, ως επαναστατική ηγεσία με επαναστατικό πρόγραμμα. 

Η οργάνωση των χαμηλότερων στρωμάτων της εργατικής τάξης στα συνδικάτα, ιδιαίτερα των μεταναστών, των γυναικών, των επισφαλώς εργαζομένων κλπ είναι εκ των ουκ άνευ καθήκον. Αυτά τα στρώματα δεν πρέπει επομένως να παίξουν ρόλο πεζικού αλλά θα πρέπει να αναλάβουν κεντρικό ρόλο στο συνδικάτο και θα πρέπει επίσης να εκπροσωπούνται αναλογικά στα σωματειακά όργανα σύμφωνα με την αναλογία τους μέσα στους υπαλλήλους.

Η εργατική πρωτοπορία δεν θα πρέπει να φετιχοποιεί την σωματειακή ενότητα. Όπου η ίδρυση νέων σωματείων έχει νόημα λόγω της βαθιάς αναξιοπιστίας των παλιών σωματείων, οι σοσιαλιστές θα υποστηρίξουν ανεπιφύλακτα ένα τέτοιο βήμα. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν η δημιουργία του KCTU στην Κορέα μετά την ανατροπή της δικτατορίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ή η ίδρυση ανεξάρτητων σωματείων στην Αίγυπτο μετά την πτώση του Μουμπάρακ το 2011. Ισχυρά σοκ μέσω της ταξικής πάλης μπορούν να δημιουργήσουν νέο χώρο για ελιγμούς και ριζοσπαστικοποίηση στα παλιά συνδικάτα (π.χ. το UGTT το 2011 στην Τυνησία) όπως επίσης και να οδηγήσουν στην δημιουργία νέων σωματείων. Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές έχουν μια τακτική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό, πάντα όμως στην βάση μιας ξεκάθαρης αρχής: να επιδιώκουν την ενότητα του σωματείου εφόσον εξυπηρετεί το προχώρημα της πάλης για την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από το κράτος, το κεφάλαιο και την γραφειοκρατία· να μην φοβούνται την διάσπαση ή την δημιουργία νέων σωματείων αν η διάσπαση δεν οδηγεί στην αυτό- απομόνωση των επαναστατών, αλλά επιτρέπει την οργάνωση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης σε υψηλότερο επίπεδο ταξικής ανεξαρτησίας.

 

Αλλαγές στην εργατική τάξη

Ο αγώνας για την διεθνή οργάνωση του προλεταριάτου για την ταξική πάλη πρέπει να λάβει υπόψη τις σημαντικές εξελίξεις και αλλαγές τα τελευταία χρόνια και δεκαετίες. Πριν από εκατό χρόνια, την εποχή του Λένιν και του Τρότσκι, το προλεταριάτο στον αποικιακό και ημιαποικιακό κόσμο ήταν ακόμη κάπως μικρό. Η καπιταλιστική βιομηχανοποίηση είχε προχωρήσει σε σχετικά μικρό μόνο βαθμό. Επομένως το προλεταριάτο αποτελούσε μικρό μειοψηφικό ποσοστό των σκληρά εργαζόμενων.

Αυτό έχει αλλάξει δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αντίθεση με τους ανόητους ισχυρισμούς αρκετών μικροαστών «διανοούμενων», το προλεταριάτο δεν έχει μικρύνει αλλά είναι μεγαλύτερο από ποτέ. Οι μισθωτοί σήμερα αποτελούν τον μισό εργαζόμενο πληθυσμό- συγκεκριμένα 46.9% (2008) και περίπου 1,4 δισεκατομμύρια σε απόλυτους αριθμούς. Παρομοίως, έχει αυξηθεί και η αναλογία των γυναικών που συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία. Επίσης, έχει αυξηθεί σημαντικά η αναλογία των μεταναστών στην εργατική τάξη στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε πολλές χώρες, έχουν φτάσει να αποτελούν το 10-25% των εργατών και ειδικά στα αστικά κέντρα, στις μεγάλες πόλεις, το ποσοστό είναι ακόμη υψηλότερο.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι η μετατόπιση της μάζας του προλεταριάτου από τις παλιές μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού στις φτωχότερες χώρες. Πριν, η πλειοψηφία των εργατών ζούσαν στις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού (κυρίως στην Δυτική Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική) ενώ σήμερα, τα τρία τέταρτα του συνόλου των μισθωτών ζουν σε ημιαποικιακές χώρες και σε φτωχότερες ιμπεριαλιστικές χώρες. Στον βιομηχανικό τομέα, που αποτελεί τον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής αξίας, ακόμη και 83.5% του συνόλου των εργαζομένων ζουν έξω από τις πλούσιες ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Επιπροσθέτως, η αναλογία των ανώτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης, που απολαμβάνει προνομίων από τους καπιταλιστές και είναι διαβρωμένη, της εργατικής αριστοκρατίας, είναι σημαντικά χαμηλότερη στις φτωχότερες χώρες. Με λίγα λόγια, ενώ πριν από 100 χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου προλεταριάτου ζούσε στα προηγμένα ιμπεριαλιστικά βιομηχανικά κράτη, σήμερα η κατάσταση έχει αντιστραφεί: η πλειοψηφία του παγκόσμιου προλεταριάτου ζει στον ημιαποικιακό κόσμο και στις υπανάπτυκτες ιμπεριαλιστικές χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία. 

Η ανάπτυξη όμως του παγκόσμιου προλεταριάτου συμβαδίζει με την αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των εργατών. Ομάδες που προηγουμένως ανήκαν στην μεσαία τάξη και έχουν πια προλεταριοποιηθεί διατηρούν διάφορα προνόμια και προκαταλήψεις. Ορισμένα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις λαμβάνουν προνόμια εις βάρος των νέων κατώτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης στις μητροπόλεις (πχ. Μετανάστες, επισφαλείς εργάτες) ή στις φτωχότερες χώρες. Η ίδια η τάξη μας λοιπόν, έχει στρώματα, που δελεάζονται από τους καπιταλιστές να επωφεληθούν από την εκμετάλλευση των μαζών της τάξης μας. 

Σ’ αυτό το φόντο, το πρόβλημα της εργατικής αριστοκρατίας λαμβάνει σημαντική θέση στην επαναστατική στρατηγική. Η εργατική αριστοκρατία είναι ένα λεπτό στρώμα στην κορυφή του προλεταριάτου, που τους δωροδοκούν οι καπιταλιστές μέσω διαφόρων προνομίων με τα έξτρα κέρδη που βγάζουν από την εκμετάλλευση των ημιαποικιακών χωρών και από τα χαμηλότερα στρώματα της εργατικής τάξης στις μητροπόλεις, και έτσι ελπίζουν να τους προσδέσουν ως πιστούς υποστηρικτές. Αυτό το στρώμα είναι που υπερασπίζεται μια στάση του τύπου «τα πράγματα ακόμη πάνε καλά», ενάντια στις μεγάλες μάζες του προλεταριάτου, γιατί οι ίδιοι στην πραγματικότητα ζουν σχετικά «καλά» και οι προσπάθειες να τσακίσουν το σύστημα τους φαίνονται τεράστιες. 

Από την μια πλευρά, η καπιταλιστική κρίση υπονομεύει την υλική βάση αυτών των προνομίων και έτσι συρρικνώνεται αυτό το στρώμα. Επομένως, τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας αναγκάζονται όλο και περισσότερο να στραφούν ενάντια στο κεφάλαιο και να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, βελτιώνοντας έτσι τις πιθανότητες να χτιστεί μια ευρεία ενότητα του προλεταριάτου στην ταξική πάλη. Από την άλλη, έχει ανοίξει η ψαλίδα της ανισότητας μέσα στο προλεταριάτο και η εργατική αριστοκρατία κατάφερε να αυξήσει το μερίδιό της από το εισόδημα των μισθωτών.

Βλέπουμε οπότε την αυξανόμενη σημασία των χαμηλότερων και μεσαίων στρωμάτων του προλεταριάτου (στα οποία συμπεριλαμβάνονται πολλοί μετανάστες, εθνικές μειονότητες, γυναίκες, νεολαίοι) για το προχώρημα της ταξικής πάλης και την ανανέωση του εργατικού κινήματος. Αυτές ειδικά οι ομάδες ζουν μια ζωή με αλυσίδες που είναι αισθητές. Επομένως, η μάχη ενάντια στις ειδικές, επιπρόσθετες μορφές καταπίεσης αυτών των στρωμάτων, όπως η εθνική και η κοινωνική καταπίεση, αναλαμβάνει ένα σημαντικό ρόλο μέσα στο επαναστατικό πρόγραμμα, αφού αυτές οι μορφές καταπίεσης βοηθούν την αστική τάξη να βαθύνει την διάσπαση μέσα στην εργατική τάξη και να την αποδυναμώσει.

Συνεπάγεται ότι η πάλη για πολιτική και οργανωτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης επικεντρώνει ιδιαίτερα στην μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης, δηλαδή στα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα μέσα σ’ αυτήν. Αυτό σημαίνει ότι οι εργατικές οργανώσεις - συνδικάτα, οργανώσεις νεολαίας και γυναικών και ιδιαίτερα το υπό διαμόρφωση επαναστατικό διεθνές κόμμα– πρέπει να αντανακλούν την σύνθεση του προλεταριάτου που αλλάζει. Με άλλα λόγια, λόγω της αυξανόμενης σημασίας των προλετάριων των φτωχότερων χωρών, των γυναικών, των μεταναστών κλπ, πρέπει να πασχίσουν να γίνουν γι’ αυτούς πόλος έλξης, να τους οργανώσουν και επίσης να τους δίνουν εκπροσώπηση στις δομές βάσης και ηγεσίας τους. Το μελλοντικό επαναστατικό κομμουνιστικό διεθνές κόμμα επομένως είτε θα έχει ισχυρό ημιαποικιακό, νεολαιίστικο, γυναικείο, μεταναστευτικό πρόσωπο είτε θα αποτύχει στο καθήκον του. Τα μέλη του γνωρίζουν την αξία αυτών των στρωμάτων και τους δείχνουν πολύ σεβασμό.

 

Επιτροπές δράσης – εργοστασιακές επιτροπές - Συμβούλια 

Όσο σημαντικά κι αν είναι τα σωματεία και οι άλλες μαζικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος για την καθημερινή αντίσταση ενάντια στις επιθέσεις των καπιταλιστών, είναι ανεπαρκή σε περιόδους ανοιχτής πάλης των μαζών. Τα συνδικάτα κυριαρχούνται από μια οργανωμένη γραφειοκρατία, οργανώνουν μόνο μια μειοψηφία του προλεταριάτου και ακόμη και μεταξύ αυτών, αυτοί που υπερεκπροσωπούνται είναι τα ανώτερα, εν μέρει προνομιούχα στρώματα. Επομένως, σε κάθε μάχη και για την προετοιμασία της οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές επιδιώκουν να ιδρύσουν επιτροπές βάσης έξω από τον έλεγχο της γραφειοκρατίας. Θα συγκεντρώσουν συχνά τα πιο ενεργά και μαχητικά στοιχεία στις Επιτροπές Δράσης. Ο στόχος πρέπει να είναι να μετατραπούν αυτές οι επιτροπές δράσης σε ευρείες, συνεκτικές οργανώσεις μάχης στο χώρο δουλειάς, στη γειτονιά, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Ο προσανατολισμός αυτός δεν έρχεται σε αντίφαση με την δουλειά μέσα στις υπάρχουσες μαζικές οργανώσεις (συνδικάτα κλπ) αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά στις δραστηριότητες αυτές. Η τακτική δουλειά μέσα στα σωματεία από τα κάτω ενάντια στην γραφειοκρατία βελτιώνει την δυνατότητα ανεξάρτητης οργάνωσης της εργατικής τάξης. Η υποστήριξη κάθε ευκαιρίας να χτιστούν ευρείες επιτροπές αγώνα με την σειρά της δυναμώνει ένα κίνημα από τα κάτω μέσα στα σωματεία. Μόνο αν η πρωτοπορία των εργατών δουλεύει σ’ αυτά τα δυο μέτωπα, μπορεί να υλοποιήσει μια επαναστατική πολιτική που να υπηρετεί την απελευθέρωση του προλεταριάτου. 

Πράγματι, η ιστορία, ακόμη και η πρόσφατη, απέδειξε με εντυπωσιακό τρόπο ότι στις ανοδικές φάσεις της ταξικής πάλης και ιδιαίτερα σε (προ) επαναστατικές εξελίξεις οι εργάτες και οι καταπιεσμένοι τείνουν να δημιουργούν αυθόρμητα ανεξάρτητες οργανώσεις από τα κάτω. Επομένως, σε πολλές επαναστάσεις στο παρελθόν, αρχής γενομένης με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871, τις επαναστάσεις στην Ρωσία, την Γερμανία, την Αυστρία από το 1917 ως το 1920 κι ως σήμερα, είδαμε την εμφάνιση αυτό-οργανωμένων επιτροπών στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές. Όποια κι αν είναι τα ονόματά τους – Σοβιέτ, εργατικά και «στρατιωτικά» Συμβούλια, Επιτροπές Άμυνας, ενσαρκώνουν μια εναλλακτική εξουσία. Οργανώνουν τους εργάτες και τα καταπιεσμένα τμήματα ανεξάρτητα από τον αστικό κρατικό μηχανισμό, επιτρέπουν να συζητηθεί το κεντρικό ζήτημα και να ληφθούν αποφάσεις και τους επιτρέπουν επίσης να επιλέξουν αντιπροσώπους τους οποίους θα μπορούν να ελέγξουν και να ανακαλέσουν και οι οποίοι δεν θα απολαμβάνουν προνόμια. Τέτοια συμβούλια προσφέρουν επίσης την δυνατότητα να μην σύρονται οι εργάτες και οι καταπιεσμένοι από αστικές ηγεσίες, αλλά να μπορούν να ορίσουν τις δικές τους πολιτικές. 

Επιπλέον, κατά την διάρκεια της Αραβικής επανάστασης δημιουργήθηκαν αυθόρμητα πλήθος επιτροπές, που αντιπροσωπεύουν, τουλάχιστον σε εμβρυακή μορφή, ένα βήμα προς τα συμβούλια. Σε πολλές πόλεις, ο λαός της Τυνησίας έστειλε στα τσακίδια τους μισητούς δημάρχους, που ήταν πιστοί στο παλιό καθεστώς του Μπεν Άλι, έδιωξε την τοπική αστυνομία και πήρε τον έλεγχο. Με παρόμοιο τρόπο, στην Αίγυπτο, εμφανίστηκαν οι λεγόμενες λαϊκές επιτροπές που προσπάθησαν να οργανώσουν την καθημερινότητα στις γειτονιές και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενάντια στους τραμπούκους του καθεστώτος και τους εγκληματίες που λεηλατούσαν. Τέλος, στην πορεία της Ελληνικής επανάστασης, εμφανίστηκαν στα εργοστάσια και στις γειτονιές συνελεύσεις και επιτροπές βάσης. 

Εμείς οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές λέμε ότι η αυθόρμητη τάση σε πολλές επαναστάσεις έφερε μεγάλες κατακτήσεις. Χρειάζεται αυτές οι επιτροπές που αναπτύχθηκαν να επεκταθούν και να οργανωθούν. Από τις σποραδικές επιτροπές βάσης πρέπει να χτίσουμε συνδέσμους και να φτιάξουμε ένα συγκεντροποιημένο πανεθνικό συντονισμό των επιχειρησιακών συμβουλίων και των συμβουλίων στις γειτονιές. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να μπουν τα θεμέλια για έναν αγώνα που θα ελέγχει η ίδια η εργατική τάξη με κατεύθυνση την ένοπλη εξέγερση ενάντια στην κυρίαρχη τάξη και τελικά την εδραίωση της εξουσίας της εργατικής τάξης (της δικτατορίας του προλεταριάτου). 

Μια τέτοια στρατηγική των «Σοβιέτ» (ο όρος “Σοβιέτ” σημαίνει “Συμβούλιο” στα ρωσικά), δηλαδή μια στρατηγική για την ίδρυση και την ανάπτυξη συμβουλίων ως κεντρικού πυλώνα προσανατολισμού, πρέπει να είναι οργανικό μέρος του επαναστατικού προγράμματος της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης. Είναι ένα απολύτως αναγκαίο μέσο της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων για να ελέγξουν τον αγώνα και τον κοινωνικό μετασχηματισμό και να αντισταθούν στις αναπόφευκτες απόπειρες κυριαρχίας και καταστολής από την γραφειοκρατία.

 

Τα δημοκρατικά κινήματα διαμαρτυρίας

Η παρούσα φάση ανόδου της επαναστατικής περιόδου χαρακτηρίστηκε από την εντυπωσιακή είσοδο στην πολιτική ζωή αυθόρμητων δημοκρατικών μαζικών κινημάτων. Οι καταλήψεις της πλατείας Ταχρίρ στο Κάιρο, το Κίνημα Αγανακτισμένων Πολιτών στην Ελλάδα και το Democracia Real YA (Αληθινή Δημοκρατία ΤΩΡΑ!) στην Ισπανία, το παγκόσμιο Κίνημα Occupy που ξεκίνησε στην Νέα Υόρκη- όλα αυτά τα κινήματα προσφέρουν ενδείξεις για δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι μάζες δεν έχουν εμπιστοσύνη στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού. Δεύτερον, ελάχιστα εμπιστεύονται τις παραδοσιακές μαζικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος (συνδικάτα, πολιτικά κόμματα κλπ.) καθώς η κυρίαρχη γραφειοκρατία έχει αποξενωθεί τα τελευταία χρόνια και δεκαετίες κι άλλο από την βάση, περισσότερο από ποτέ. 

Τα κινήματα αυτά για άλλη μια φορά αποδεικνύουν τον άκρατο παραλογισμό της άποψης κεντριστών όπως οι Grant/Woods και των οργανώσεων που έχουν χτίσει (CWI, IMT), ότι όταν οι μάζες εισέρχονται στο πεδίο της ταξικής πάλης, υποτίθεται «πάντα» και «αναπόφευκτα» καταρχήν στρέφονται στα παραδοσιακά μαζικά κόμματα και ενεργοποιούνται μέσα σ’ αυτά. Αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική αλήθεια και το μόνο στο οποίο χρησιμεύει είναι να δικαιώσει τον βαθύ τους εισοδισμό και την σχετιζόμενη οπορτουνιστική τους προσαρμογή στην γραφειοκρατία των κομμάτων αυτών (σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, PPP στο Πακιστάν, ANC στη Νότια Αφρική, PRD στο Μεξικό κλπ.) και την άρνησή τους να χτίσουν ένα ανεξάρτητο επαναστατικό κόμμα. 

Αυτό που ενώνει αυτά τα κινήματα και τα καθιστά τόσο προοδευτικά είναι η επιθυμία για περισσότερη ριζοσπαστική δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Γι’ αυτό είναι σε θεμελιώδη αντίθεση με το κυρίαρχο πολιτικό καθεστώς (δικτατορίες, διεφθαρμένες αστικές δημοκρατίες) και κατ’ επέκταση έχουν την προθυμία με τις δραστηριότητές τους να έρθουν σε ρήξη με την νομιμότητα της κυρίαρχης τάξης. Οι πολιτικές δυνάμεις που αρνούνται να υποστηρίξουν ανοιχτά αυτά τα κινήματα επειδή δεν μπορούν να τα ελέγξουν γραφειοκρατικά, δείχνουν απλώς τον αντιδραστικό τους χαρακτήρα (πχ. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο, το ΚΚΕ στην Ελλάδα). 

Από την άλλη, τα δημοκρατικά κινήματα διαμαρτυρίας έχουν και σοβαρές αδυναμίες. Το να αρνηθούμε ότι οι αδυναμίες αυτές υπάρχουν θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε οπορτουνίστικο τέλμα. Για παράδειγμα, δεν έχουν συγκεκριμένο ταξικό χαρακτήρα και χαρακτηρίζονται από το δυσανάλογο ρόλο που παίζουν σ’ αυτά οι αντιπρόσωποι των χαμηλότερων μεσαίων στρωμάτων, οι διανοούμενοι και οι φοιτητές. Ωστόσο, η μεγάλη μάζα των χαμηλότερων στρωμάτων της εργατικής τάξης, οι μετανάστες κλπ υπο-εκπροσωπούνται. Τα παραπάνω συνοδεύονται από την έλλειψη οργανωμένων ριζών στους χώρους δουλειάς και από την μερική απόρριψη της συμμετοχής των πολιτικών οργανώσεων στις συναντήσεις. Εξίσου ζημιογόνα και καθόλου πρακτική είναι η αρχή της ομοφωνίας (υιοθετείται κάτι μόνο αν κανείς από τους παρόντες δεν είναι αντίθετος). Παρ’ όλα αυτά, πολλοί εργάτες συμμετέχουν σ’ αυτά τα κινήματα και ακόμη περισσότεροι είναι γεμάτοι ελπίδες και προσδοκίες. 

Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές υπερασπίζουν την μάχη μέσα σ’ αυτά τα κινήματα για μια προλεταριακή επαναστατική γραμμή και τέλος για την ανεξάρτητη οργάνωση του προλεταριάτου και των καταπιεσμένων τμημάτων ώστε να μπορέσουν να ηγηθούν άλλων στρωμάτων όπως τα μισθωτά μεσαία στρώματα και οι αγρότες. Αυτό σημαίνει: 

* Την επέκταση του κινήματος σε μεγάλα και κεντρικά κομμάτια της εργατικής τάξης μέσω απεργιακών επιτροπών στις επιχειρήσεις που μπορούν αν γίνουν η ατμομηχανή του κινήματος προς υψηλότερες μορφές πράξεων αντίστασης (όπως η γενική απεργία διαρκείας). 

* Την επιχειρηματολογία υπέρ ενός επαναστατικού προγράμματος με την μορφή ενός προγράμματος που θα θέτει και απαντά το ζήτημα της εξουσίας (δηλαδή που θα περιλαμβάνει την ένοπλη εξέγερση και την δικτατορία του προλεταριάτου). 

* Την ανοικτή υποστήριξη επαναστατικών τακτικών σ’ αυτό το πρόγραμμα (πχ συνθήματα για γενικές απεργίες, ομάδες αυτοάμυνας). 

Την ανοιχτή υποστήριξη οργανωτικών μορφών, ειδικά των Συμβουλίων, που να επιτρέπουν τον επαναστατικό, δημοκρατικό, προλεταριακό προσανατολισμό του κινήματος. 

* Αγώνας για τον προσανατολισμό του κινήματος στην εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους. 

* Κριτική και διαφώτιση σχετικά με την πραγματική φύση των σημερινών μικροαστικών ηγεσιών αυτών των κινημάτων διαμαρτυρίας.

   * Με αυτήν την έννοια, την διαπαιδαγώγηση, την προπαγάνδιση και την απόκτηση υποστηρικτών του επαναστατικού κομμουνισμού.