Επαναστατικό Κομμουνιστικό Μανιφέστο: V. Το Πρόγραμμα της Επανάστασης

Ο αγώνας για ένα καλύτερο μέλλον δεν υπονοεί την αναμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης κάποια στιγμή στο μέλλον. Κανένας Θεός, κανένας σωτήρας, καμιά μοίρα, καμιά ξένη δύναμη δεν μπορεί να απαλλάξει την τάξη μας από τα ιστορικά της καθήκοντα. Αυτοί που περιμένουν την επανάσταση δεν θα την ζήσουν ποτέ γιατί οι προλεταριακές επαναστάσεις δεν συμβαίνουν από μόνες τους όπως ένας σεισμός ή η ανατολή του ήλιου. Αντίθετα, γίνονται. Γίνονται από την οργανωμένη εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους, αν έχουν σφυρηλατήσει στις τάξεις τους ένα μαχητικό επαναστατικό κόμμα. Σαν ξυλοκόπος, που χρειάζεται ένα κοφτερό τσεκούρι και δυνατά μπράτσα για να χτυπήσει ένα δέντρο, έτσι και η τάξη μας χρειάζεται ένα επαναστατικό κόμμα για να ρίξει κάτω τον κολοσσό του καπιταλισμού. Η δημιουργία ενός τέτοιου επαναστατικού κόμματος είναι επομένως προαπαιτούμενο για την εργατική τάξη για να πάρει την εξουσία στο δρόμο μιας επαναστατικής εξέγερσης ώστε να μπορέσει να κατευθύνει την κοινωνική επανάσταση προς το σοσιαλισμό. 

Όμως η εργατική τάξη δεν μπορεί να δημιουργήσει από το πουθενά το επαναστατικό κόμμα. Αυτό μπορεί να είναι μόνο αποτέλεσμα μιας λιγότερο ή περισσότερο μακράς διαδικασίας λυσσαλέων ταξικών αγώνων με όλες τις κακουχίες και τις προκαταρκτικές ήττες και τα διδάγματα που θα αντλούνται από τις εμπειρίες και την συγχώνευση τους με τις αυθεντικές διδασκαλίες του επαναστατικού εργατικού κινήματος, δηλαδή τον Μαρξισμό και τον Μπολσεβικισμό.

Σε αυτούς τους ταξικούς αγώνες, το προλεταριάτο μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις μόνο αν είναι εξοπλισμένο με ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα, ένα σύνολο στρατηγικών και τακτικών. Αυτό επίσης απορρέει από το γεγονός ότι η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι που είναι αντιμέτωποι με το κύμα καπιταλιστικών επιθέσεων δεν μπορούν να περιμένουν παθητικά την Δευτέρα Παρουσία. Αντί για την διακήρυξη αφηρημένων αρχών, ο αγώνας απαιτεί ένα καθαρό μαρξιστικό πρόγραμμα, που αρχίζει με τα πιο άμεσα, πιο πιεστικά ζητήματα των άμεσων καπιταλιστικών επιθέσεων και χτίζει μια γέφυρα στην επαναστατική εξάλειψη της ρίζας όλων αυτών των δεινών, της κυριαρχίας της τάξης των καπιταλιστών.

Ένα τέτοιο επαναστατικό πρόγραμμα το λέμε μεταβατικό πρόγραμμα. Συμπεριλαμβάνει μια σειρά από αιτήματα, δίνοντας απαντήσεις στις επιτακτικές επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης. Αναγνωρίζουμε την αξία των μεταρρυθμίσεων, ακόμα και η απλή απόκρουση μια επαπειλούμενης χειροτέρευσης δεν είναι με κανένα τρόπο μικρό κέρδος. Αντίθετα, η τάξη που δεν παλεύει να αμυνθεί των κατακτήσεών της δεν θα κατορθώσει ποτέ να κατακτήσει την απελευθέρωσή της. 

Όμως δεν είμαστε ονειροπόλοι. Ο καπιταλισμός στην εποχή παρακμής και σήψης του έχει όλο και λιγότερο την δυνατότητα να προσφέρει ακόμη και μικρές βελτιώσεις. Αντίθετα, οι καπιταλιστές είναι αναγκασμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να ξεζουμίσουν τους εργάτες όλο και περισσότερο και να εκμεταλλεύονται όλο και πιο πολύ τους καταπιεσμένους λαούς, στην προσπάθειά τους να ανακόψουν την πτώση των ποσοστών κέρδους τους. Ακριβώς εξαιτίας αυτού, οι Μπολσεβίκοι –Κομμουνιστές συνδυάζουν τους τρέχοντες καθημερινούς αγώνες με το ζήτημα της εξουσίας, που αφορά το ποια τάξη έχει τον έλεγχο της οικονομίας και του κράτους.

Επομένως, ένα πρόγραμμα που περιορίζεται στον αγώνα για μεταρρυθμίσεις είναι πέρα για πέρα κοντόφθαλμο και οδηγεί την εργατική τάξη σε φρούδες ελπίδες ότι θα μπορούσε να κερδίσει μια ασφαλή ύπαρξη μέσα στον καπιταλισμό. Όμως στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο: όσο υπάρχει το καπιταλιστικό σύστημα που είναι βασισμένο στο κέρδος, η εργατική τάξη δεν μπορεί να πετύχει μεταρρυθμίσεις σε βάθος χρόνου, ούτε καν να υπερασπιστεί τις υπάρχουσες κατακτήσεις. Μόνο με την χρήση των πιο αιχμηρών μέσων ταξικής πάλης, μπορούν να επιβληθούν ορισμένες βελτιώσεις αλλά κι αυτές ακόμα, στις συνθήκες σήψης του καπιταλισμού μπορούν να διατηρηθούν στην καλύτερη περίπτωση προσωρινά. Όσο περισσότερο επιβιώνει ο καπιταλισμός, κινδυνεύουν όχι μόνο οι υπάρχουσες κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις, αλλά κι αυτή ακόμα η ύπαρξη της ανθρωπότητας. 

Επομένως, ο αμυντικός αγώνας σήμερα ενάντια στις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης πρέπει να ενσωματωθεί σ’ ένα πιο μακροπρόθεσμο αγώνα για την σοσιαλιστική επανάσταση. Η σύνδεση αυτών των δύο όμως στο πρόγραμμα δεν πρέπει να είναι ότι ο τελικός στόχος του σοσιαλισμού προστίθεται μηχανικά στο μίνιμουμ πρόγραμμα των καθημερινών αιτημάτων. Ένα τέτοιο σχήμα άνευρου αθροιστικού προγράμματος μίνιμουμ- μάξιμουμ αιτημάτων χαρακτήριζε την σοσιαλδημοκρατία πριν την νεοφιλελεύθερη στροφή της και ακόμη ισχύει για τα σταλινικά (και πρώην σταλινικά) κόμματα σήμερα. Αν όμως δεν υπάρχει σύνδεση, ένα επαναστατικό κόκκινο νήμα μεταξύ του μίνιμουμ προγράμματος και του τελικού σκοπού , τότε ο τελευταίος εκφυλίζεται και απονοηματοδοτείται, καταντώντας προκάλυμμα που συγκαλύπτει το ξεπούλημα τόσο του τελικού σκοπού του σοσιαλισμού όσο και του αγώνα για τα τρέχοντα καθημερινά αιτήματα από την ρεφορμιστική γραφειοκρατία. 

Ένα πρόγραμμα έχει ισχύ ως επαναστατικός οδηγός για τον απελευθερωτικό αγώνα του προλεταριάτου μόνο αν δείχνει την μετάβαση από την καθημερινή πάλη στην σοσιαλιστική επανάσταση. Η μέθοδος του μεταβατικού προγράμματος χαρακτηρίζεται από αιτήματα που δεν είναι ανίσχυρες εκκλήσεις στους καπιταλιστές ή την κυβέρνησή τους. Δεν εγείρουμε αιτήματα με την ελπίδα ότι μπορούν να υλοποιηθούν μέσω των κοινοβουλευτικών συνδυασμών ή ακόμη και με τη συμμετοχή σε μια κυβέρνηση του αστικού κράτους. Δεν συνιστούν προτάσεις για βελτίωση ή μεταρρύθμιση του καπιταλιστικού συστήματος.

Τα συνθήματα του μεταβατικού προγράμματος θα πρέπει να βοηθούν την εργατική τάξη να αναπτύξει και να οργανώσει την μαχητική της δύναμη. Επομένως, ο δρόμος της πάλης για τα αιτήματα δεν είναι η ελπίδα για εύνοια κι αγαθοσύνη των κυρίαρχων αλλά η οργάνωση της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων σε επιτροπές από τα κάτω σε εργοστάσια, γειτονιές, σχολεία και χωριά. Η εργατική τάξη χρειάζεται να αναπτύξει κατ’ αυτόν τον τρόπο την μέγιστη μαχητικότητά της. Επομένως, στο πρόγραμμα των Μπολσεβίκων- Κομμουνιστών τονίζεται ότι οι μέθοδοι της ταξικής πάλης έχουν βαρύνουσα σημασία: η εργατική τάξη πρέπει να πολεμά για τα αιτήματά της με μαζικές διαδηλώσεις, απεργίες, γενικές απεργίες, καταλήψεις, ως και με ένοπλες μαζικές δράσεις και εξεγέρσεις. Αυτό συνδέεται με ένα άλλο χαρακτηριστικό των μεταβατικών αιτημάτων. Τα μεταβατικά αιτήματα αμφισβητούν την λογική και την εξουσία του καπιταλισμού. Ενάντια στο συνεχώς αυξανόμενο εργασιακό στρες και στην ταυτόχρονη αύξηση του στρατού των ανέργων, προτάσσουμε το αίτημα για μείωση των ωρών εργασίας και ένταξη όλων των ανέργων σε ένα δημόσιο πρόγραμμα εργασίας. Ενάντια στην ακρίβεια, απαντάμε με επιτροπές ελέγχου των τιμών του εργατικού κινήματος. Ενάντια στον υποτιθέμενο σφιχτό προϋπολογισμό των επιχειρήσεων και το επικείμενο κλείσιμο εταιριών, απαιτούμε την άρση του επιχειρησιακού απορρήτου και τον έλεγχο της παραγωγής από τους εργάτες. Ενάντια στην αυξανόμενη βία και την αυθαιρεσία της αστυνομίας στις γειτονιές ή στις απεργίες και στις διαδηλώσεις, προτείνουμε την δημιουργία ένοπλων εργατικών ομάδων αυτοάμυνας και πολιτοφυλακών.

Με λίγα λόγια, το μεταβατικό πρόγραμμα βοηθά στην προώθηση της αυτό-οργάνωσης και αυτό-συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης. Ως αποτέλεσμα, το επαναστατικό κόμμα θα μπορεί με καλύτερους όρους να συνδεθεί με τις εμπειρίες των εργατών, να τους μεταφέρει το πρόγραμμα των συνθηκών και των προοπτικών επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο, να μεταδώσει στην τάξη την σοσιαλιστική ταξική συνείδηση. 

Ωστόσο, αυτό με την σειρά του απαιτεί το επαναστατικό κόμμα να υπερασπίζεται το πρόγραμμα στην ολότητά του ανοιχτά και ξεκάθαρα. Οι Μπολσεβίκοι- Κομμουνιστές απορρίπτουν την εναπόθεση ελπίδων στη μυστική επίδραση ως δια μαγείας αυτού ή του άλλου αιτήματος του προγράμματος. Αυτά καθαυτά δεν επαρκούν από μόνα τους, σαν κάποια μαγική φόρμουλα που ξαφνικά αποκαλύπτει το μυστικό, να ανοίξουν τα μάτια στις μάζες γύρω από την αληθινή φύση του καπιταλισμού και τις αναγκαίες συνθήκες για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας. Όχι, μια τέτοια πολιτική, βασισμένη σε τεχνάσματα και στο κρυφτούλι, την παραχωρούμε ευχαρίστως στους παραχαράκτες του Μαρξισμού διαφόρων αποχρώσεων. Η ρήση των Μαρξ και Ένγκελς στο τέλος του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ότι “